Έφυγε σήμερα ο Μάνος Ελευθερίου....Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ

22/07/2018
# #

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ

 

Δεκέμβριος 1944. Μες στην παραφροσύνη ενός εμφυλίου πολέμου, το ευτελέστερο πράγμα είναι η ανθρώπινη ζωή.

Τη συνέλαβαν και το ίδιο βράδυ την εκτέλεσαν. Ανθρωποθυσία;

Εκείνο όμως το γυμνό σώμα που της αποδόθηκε δεν ήταν το δικό της. Το μοιραίο λάθος έγινε μέσα στον πανικό και την απόγνωση του αδελφού της στο νεκροτομείο.

Έτσι, στο άγνωστο σώμα δόθηκε το ένδοξο όνομά της. Εκείνη όμως ζούσε. Αλλού.

Πενήντα χρόνια μετά ένας νέος γιατρός προσπαθεί να μάθει την αλήθεια από κείνον που συνέλαβε τη γυναίκα, την Καλλιτέχνιδα. Να μάθει τι κρύβεται πίσω από την ηλικιωμένη γυναίκα που περιθάλπει σπίτι του και που ο ίδιος υποστηρίζει ότι είναι Εκείνη. Είναι όμως Εκείνη;

Ποιο φως μπορεί να φωτίσει το παρελθόν μας και τη ζωή μας, ακόμα κι αν εμφανιστούν εκατό μάρτυρες και εκατό χαρτιά; Μια φανταστική ιστορία για τα παιχνίδια που παίζει ο χρόνος ακόμα και σ’ εκείνους οι οποίοι κάποτε κρατούσαν μαστίγιο.

 

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Ποιητής, συγγραφέας, διανοούμενος, αρθρογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Μάνος Ελευθερίου ήταν μια από τις σταθερές μας, στο νεότερο και σύγχρονο πολιτιστικό τοπίο της Ελλάδας.

Οι στίχοι του, τα λόγια του, τα ποιήματά του –όπως αυτά μελοποιήθηκαν από τους μεγαλύτερους συνθέτες μας (Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Σπανός, Κουγιουμτζής, Μικρούτσικος, Μούτσης, Μαρκόπουλος, Νικολόπουλος κ.ά.) και τραγουδήθηκαν από τις ωραιότερες φωνές (Μοσχολιού, Νταλάρας, Αλεξίου, Γαλάνη, Βιτάλη, Κούτρας, Θηβαίος κ.ά.)– σημάδεψαν την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, για περισσότερα από 50 χρόνια. «Παραπονεμένα λόγια», «Μαρκίζα», «Σ’ αυτή τη γειτονιά», «Ατέλειωτη εκδρομή», «Άμλετ της Σελήνης» είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια που θα ακουστούν στην ξεχωριστή αυτή βραδιά που θα λαμπρύνει με την παρουσία του ο ίδιος ο Μάνος Ελευθερίου.

 

Ο Μάνος Ελευθερίου γράφει για τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη (Αποκλειστική Α΄δημοσίευση)

 

Στη μνήμη του θαυμάσιου Πολύβιου Μαρσάν

`

Διάβασα για …εικοστή φορά στη ζωή μου όσα έγραψε κάποτε ο Δημ. Μυράτ για τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη και αναδημοσιεύτηκαν στην εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» στις 6-7 Σεπτεμβρίου 2014. ΕΔΩΥπάρχουν ασάφειες, κενά και, δυστυχώς, ηθελημένες παραλείψεις. Σ’ αυτά θέλω να απαντήσω τελείως τηλεγραφικά, έστω κι αργά, ό,τι μπορώ. Αλλού είναι η θέση τους με τις απαραίτητες παραπομπές
Πρώτα πρώτα πώς του ’ρθε του Μυράτ να γράψει «γι’ αυτό» ύστερα από τόσα χρόνια. Ήταν έξυπνος, μορφωμένος και έγραφε θαυμάσια. Ηθοποιός δεν ήταν και το ήξερε. Τι τον έσπρωξε όμως να δημοσιεύσει αυτό το καυτό θέμα μάλλον στο παλαιό περιοδικό «Ευθύνη»; Τι λέπια και λεκέδες ήθελε ν’ αποτινάξει από πάνω του στο περιορισμένο κοινό ενός λαμπρού μεν αλλά «άγνωστου» περιοδικού; Γιατί τον έτρωγε το «θέμα», ύστερα από τόσα χρόνια, αφού ο ίδιος ήθελε να πιστεύει τον εαυτό του τελείως αθώο του αίματος της Παπαδάκη;
Εντύπωση κάνει επίσης ότι αποφεύγει να αναφέρει το όνομα της αδελφής του Μιράντας, από άλλη μητέρα, όταν εκείνα τα χρόνια και οι πέτρες ακόμη βοούσαν για το θανάσιμο μίσος της προς τη μεγάλη ηθοποιό, πριν, και την υποτιθέμενη συμμετοχή της στη δολοφονία της, μετά. Υπάρχουν δημοσιεύματα της εποχής που αναφέρουν ολοκάθαρα ονόματα και περιστατικά. Σ’ αυτά ουδείς απάντησε και ουδείς έσυρε ποτέ κάποιον στα δικαστήρια γι’ αυτή την τρομερή προσβολή και συκοφαντία.
Η Μιράντα Μυράτ, την οποία δεν αναφέρει ποτέ ο Δημήτρης ή Τοτός Μυράτ, ανήκε κι αυτή, όπως και ο αδελφός της και ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα στο ΕΑΜ. Υπάρχουν φωτογραφίες της από διαδηλώσεις να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή με σηκωμένο χέρι και ασφαλώς να φωνάζει «θάνατος στους φασίστες». Ο πιο εύστοχος τίτλος μιας τέτοιας φωτογραφίας θα ήταν τότε «Η παρασυρθείσα κόρη».
Όσο για τη σχέση της με την Πολιτοφυλακή Πατησίων –εκεί που κατέληξε η Παπαδάκη–είναι ότι έμενε δύο τετράγωνα παρακάτω, στο σπίτι μιας Γεωργιάδου. Αυτό αρκούσε για να γραφεί στο τάκα τάκα ένα μονόπρακτο.

`

Μετά τα Δεκεμβριανά ακολούθησε τους χιλιάδες εαμίτες στην υποχώρησή τους στην παγωμένη ελληνική επαρχία, χωρίς να προφθάσει να μετακινηθεί προς τις ανατολικές χώρες και επέστρεψε στην Αθήνα. Εκεί την έκρυψε από τους κακούς ανθρώπους η μητέρα της, ηθοποιός Κυβέλη, σύζυγος του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, του επιλεγόμενου τότε «παπατζή».
Λίγο καιρό μετά έκανε δήλωση μετανοίας καταδικάζοντας τον κομουνισμό και για τον εαυτό της γράφει ότι όλα όσα έκανε και όσα είπε τα έκανε ως «παρασυρθείσα». Έτσι προσελήφθη και στο Εθνικό Θέατρο, τον δημόσιο οργανισμό, που εκείνα τα χρόνια και για να πιεις νερό χρειαζόσουν από την αστυνομία χαρτί νομιμοφροσύνης. Πάει κι αυτό.
Η αίτησή της στο Εθνικό Θέατρο για να επαναπροσληφθεί ως υγιώς και εθνικώς πλέον σκεπτομένη έχει χαθεί.
Ο Μυράτ αποφεύγει ακόμη να αναφέρει τον πόλεμο, τον παροξυσμό και τις λυσσαλέες επιθέσεις που δεχόταν η Παπαδάκη στα δύο τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής της και από συναδέλφους και από τα φύλλα μιας κατάπτυστης «εθνικόφρονης» εφημερίδας. Αυτά τα ήξερε και τα διάβαζε. Ποιος τα χαιρόταν όμως και ποιος τα υπαγόρευε; Και βέβαια θα ήξερε τις τελείως αντισυναδελφικές, πρόστυχες, μοχθηρές, εκδικητικές πράξεις της Ασπασίας Παπαθανασίου (η ίδια η Ασπασία τα γράφει χαρτί και καλαμάρι σε βιβλίο της) και της Αλέκας Παΐζη,επάνω στη σκηνή, τις ώρες της παράστασης, όταν η Παπαδάκη υποδυόταν την Εκάβη στο Εθνικό Θέατρο, του Δεκέμβρη 1943, και οι δύο κυρίες, νεαρές τότε, συμμετείχαν στο Χορό της ίδιας τραγωδίας! Παραλείπω τα κείμενα γιατί θα στενοχωρηθούμε όλοι.

`

Και επειδή η Παπαδάκη συνελήφθη στο σπίτι του Μυράτ (το ίδιο βράδυ τη δολοφόνησαν στο έρημο, τότε, Γαλάτσι) και επειδή την άλλη μέρα το μεσημέρι κατόρθωσε η θεία του Μαρίκα Κοτοπούλη, αδελφή της μητέρας του, να στείλει το αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, με τον ίδιο τον διευθυντή μέσα, τον ελβετόΛαμπέρ, στο σπίτι του στα Πατήσια, στην οδό Ιακωβίδου, και να τον μεταφέρουν σώο στο Κολωνάκι, αποφάσισε να μην πάει στην κηδεία της ένα μήνα μετά (τότε βρήκαν το πτώμα της). Οι γονείς του πήγαν και φυσικά η «θεία» Μαρίκα.

`


`

Τώρα πώς κατόρθωσε το αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, με τους τεράστιους κόκκινους σταυρούς σε όλες τις πλευρές του, να διασχίσει την εαμοκρατούμενη Αθήνα είναι μυστήριο. Ίσως οι εαμίτες συμμορφώθηκαν για λόγους «ανθρωπισμού» στην παράκληση των Άγγλων να μην πυροβολούν τα αυτοκίνητα και να «σεβαστούν το διεθνές σήμα».
Στις 11 Δεκεμβρίου 1944 ρίχτηκαν από αέρος χιλιάδες προκηρύξεις μ’ αυτή την παράκληση. Ενδεικτικά αναφέρω την κατακλείδα της σπάνιας προκήρυξης: «Παρακαλούμεν άπαντας να σεβασθούν το διεθνές σήμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και να μην πυροβολούν κατά των μεταγωγικών αυτών αυτοκινήτων, τα οποία μεταφέρουν φαρμακευτικά είδη εις τους πληγωμένους και τρόφιμα εις τον Λαόν των Αθηνών».
Γι’ αυτό το επεισόδιο ο Μυράτ δεν λέει τίποτε. Ή έγραψε και το ’σκισε μετά ή κάπου ακόμα λανθάνει και περιμένει τη νεκρανάστασή του. Αρκεί να πέσει σε χέρια σοβαρών ερευνητών.

`

Αρχίζοντας ο Μυράτ μας λέει ότι λίγο πριν αρχίσουν τα άγρια όργανα είπε στην Παπαδάκη να εξαφανιστεί «για να μην τη βρει κακό». Πώς γνώριζε ότι κινδύνευε; Εκείνη θύμωσε και τον αποπήρε. Μέγα και βλακώδες λάθος της. Υπολόγιζε ότι θα παρουσιαζόταν σε κάποιο «πολιτισμένο» δικαστήριο και με δυο δικηγόρους για να αποστομώσουν τους εχθρούς της, αν συνέβαινε κάτι άσχημο και παρατραβηγμένο. Εκτός αυτού είχε ντοκουμέντα. Είχε σημειώματα και επιστολές για να τρέξει και να βοηθήσει. Πράγματι βοήθησε και έσωσε τριάντα δύο (32) κρατούμενους είτε από το εκτελεστικό απόσπασμα είτε να αποφυλακιστούν. Είχε επιστολές από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, τη συγγραφέα Λιλίκα Νάκου, τον ενδυματολόγο Αντώνη Φωκά. («Άραγε τους ξέρει κανείς σήμερα αυτούς τους ανθρώπους;) Είχε «άκρες». Κυρίως στον Αρχιεπίσκοπο, στο δήμαρχο Αθηναίων Γεωργάτο, στον ίδιο, το μισητό πρωθυπουργό Ράλλη, κολλητό φίλο του πατέρα της.
Ακόμη κι όταν κάποιο άγιο χέρι ενός αγνώστου έριξε κάτω από την πόρτα της σημείωμα που τη συμβούλευε να εξαφανιστεί αμέσως γιατί την κυνηγούν να τη δολοφονήσουν, εκείνη το αγνόησε. Ευτυχώς δεν το αγνόησε ο λαμπρός συνάδελφος και φίλος της Νίκος Δενδραμής και σώθηκε. Υπάρχουν δύο κυρίες σήμερα οι οποίες γνωρίζουν τίνος ήταν εκείνο το χέρι που έστειλε αυτά τα δύο σημειώματα, με κίνδυνο της ζωής του, και το κρύβουν μέχρι τώρα για άγνωστους λόγους. Πιθανόν εθνικούς! Δεν γράφω επίθετα και σχόλια γιατί θ’ αποκτήσω ακόμη δύο εχθρούς. (Όμως κάτι με βασανίζει. Έχει γούστο, λέει, να ήταν το χέρι του Μυράτ!)

`

Την Παπαδάκη τη συνέλαβαν πράγματι στο σπίτι των Μυράτ, απόγευμα της 21 Δεκεμβρίου 1944. Αυτός που τη ζήτησε ήταν ο φοιτητής Ιατρικής Κ.Μ., αργότερα γνωστός γιατρός της Αθήνας, κάτοικος κι αυτός της περιοχής Πατησίων, οδός Χρυσοστόμου Σμύρνης, πάροδος Καυτατζόγλου, γιος εφοριακού– (είχαν κάνει μαζί κάμποσες συλλήψεις, ίσως για να εκδικηθεί το θάνατο του αδελφού του από τους γερμανούς). Κάποτε που τον ρώτησα στο τηλέφωνο για κείνο το «περιστατικό» μου είπε ότι έφαγε τόσο ξύλο από τους δεξιούς (τα Χερουβείμ δηλαδή της πατρίδας γιατί οι άλλοι ήταν τα Σεραφείμ) που δεν θυμόταν τίποτε. Τον πιστεύω ακόμη. «Έφυγε» κι αυτός αλλά αργά!
Μαζί του έσερνε έναν αστυφύλακα με πολιτικά, «δικό μας» πια, ονόματι Θεόδωρο Μιχαλόπουλο και τον υποβολέα του θεάτρου Δημήτρη Σούλη. Αυτόν κι αν γνώριζαν όλοι οι θεατράνθρωποι. Όπως γνώριζαν και τους συναγωνιστές και φίλους τους στην Πολιτοφυλακή Πάνο Καραβουσάνο, ηθοποιό τετάρτης κατηγορίας και τον μπάσο της Λυρικής Σκηνής Εμμανουήλ Δουμάνη. Αυτοί όλοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι της Πολιτοφυλακής Πατησίων.